πρώκιος
πρώκιος, dewy
πρώκῐος or πρώκῐνος, η, ον, (πρώξ)
- dewy, εἶδαρ restd. in Call. Aet. Oxy. 2079.34 [Fr. 1.34 Pf.] (= [was -HD] Fr. 542).