πρωτάρχης
πρωτάρχης, commander
πρωτάρχ-ης, ου,
- commander, Man. 1.324 (cj. for πλωτ-), 4.399.
πρωτ·άρχης, ου (ὁ) c. πρώταρχος, Man. 1, 324, etc.
πρωτάρχης, ὁ, = πρώταρχος ; νεῶν Maneth. 4.399, zw., u. a.Sp.