πρώσας Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape πρώσας, πρῶσον, πρῶσις, v. προωθέω, πρόωσις. πρώσας, v. προωθέω. πρώσας ptc. aor. act. van προωθέω. πρώσας, zsgzn für προώσας. S. προωθέω.