πρωτελληνοδίκης Save πρωτελληνοδίκης, chief LSJ πρωτ-ελληνοδίκης [ῐ], ου, ὁ, chief Ἑλληνοδίκης, π. Ὀλυμπίων (at Ephesus) IG 14.739 (Naples).