πρωτέγγραφος
πρωτέγγραφος, first inscribed
πρωτ-έγγρᾰφος, ον,
- first inscribed, IG 3.1092, al.; cf. ἐπέγγραφος.
πρωτέγγραφος, zuerst eingeschrieben (?).
πρωτέγγραφος, first inscribed