πρωταίχμεια Save LSJ Bailly 2024 Pape πρωτ-αίχμεια, τά, = πρωτόλεια, Lyc. 469. πρωτ·αίχμεια, ων (τὰ) première part ou prémices du butin, Lyc. 469. Étym. πρ. αἰχμή. πρωταίχμεια, τά, = πρωτόλεια, Lycophr. 469.