πρωτογέννητος
πρωτογέννητος, primo genitus
πρωτο-γέννητος, ον,
- = primo genitus, Gloss.
πρωτο·γέννητος, ος, ον, engendré ou né le premier, Poèt. (Cram. 4, 270).
Étym. πρ. vb. de γεννάω.
πρωτογέννητος, = πρωτογενής, Gloss.