πρωτόβολος
πρωτόβολος, first struck
πρωτό·βολος, ος, ον, frappé le premier, Eur. Tr. 1068.
Étym. πρ. βάλλω.
πρωτόβολος, zuerst getroffen, τέρμονα πρωτόβολον ἁλίῳ, Eur. Troad. 1068.
πρωτόβολος
πρωτό-βολος, ον,
βάλλω
- first struck, Eur.