πρωτόπλαστος
πρωτόπλαστος, first-formed
πρωτό-πλαστος, ον,
- first-formed, of Adam, LXX Wi. 7.1, 10.1, Ph. Fr. 61 H.
πρωτό·πλαστος, ος, ον, modelé ou créé le premier, Spt. Sap. 7, 1 ; 10, 1 ; Clém. 559.
Étym. πρ. πλάσσω.
πρωτόπλαστος, zuerst gebildet, geschaffen, Sp.