πρωτοπρεσβύτερος
πρωτοπρεσβύτερος, chief elder
πρωτο-πρεσβύτερος, ὁ,
- chief elder, MAMA 3.670 (Corycus).
πρωτοπρεσβύτερος, ὁ, der erste Presbyter, Phot. 81b 20.
πρωτοπρεσβύτερος, chief elder