πρωτότομος
πρωτότομος, first cut
πρωτό-τομος, ον,
- first cut, Thphr. HP 4.14.6; κράμβη AP 9.412 (Phld.); καυλός Archig. ap. Gal. 13.331.
πρωτό·τομος, ος, ον, coupé le premier ou pour la première fois, Th. H.P. 4, 14, 6 ; Anth. 9, 412.
Étym. πρ. τέμνω.
πρωτότομος, zuerst geschnitten ; κράμβη, Philodem. 30 (IX.412); Theophr.
πρωτότομος
πρωτό-τομος, ον,
τέμνω
- first cut, Anth.