πρωτόφυτος
πρωτόφυτος, first-produced, first-born
πρωτό-φῠτος, ον,
- = πρωτοφυής, AP 4.2.2 (Phil.).
πρωτό·φυτος, ος, ον [ῠ] c. le préc. Anth. 4, 2.
πρωτόφυτος, = πρωτοφυής, κάλυκες, Philip. 1 (IV.2).