πρωτόσφακτος
πρωτόσφακτος, slaughtered first
πρωτό-σφακτος, ον,
- slaughtered first, Lyc. 329.
πρωτό·σφακτος, ος, ον, qu’on égorge le premier, Lyc. 329.
Étym. πρ. σφάζω.
πρωτόσφακτος, zuerst geschlachtet, gemordet, Lycophr. 329.