Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πταισμάτιον
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πρωτοΰφαντος
πρωτοφαής
πρωτοφάνεια
πρωτοφανής
Πρωτοφάνης
πρωτοφόνος
πρωτοφορέω
πρωτοφόρημα
πρωτοφυής
πρωτοφύλαξ
πρωτόφυτος
πρωτόχνοος
πρωτόχνους
πρωτόχορος
πρωτοχρονέω
πρωτόχρονος
πρωτόχυτος
πρωτοψάλτης
πρωτρίς
Πρωτώ
πρωτώλη
πρώτως
πρωὐδᾶν
πρώων
πτάζω
πταίην
πταῖμα
πταίρω
πταίσιμος
πταῖσμα
πταισμάτιον
πταιστός
πταίω
πτακάδις
πτακάλα
πτάκις
πτακισμός
πτακωρέω
πταλόν
πταμένη
πτάμενος
πτανός
πτάξ
πταρμική
πταρμικός
πταρμός
πτάρνυμαι
πτάρνυμι
πταρτικός
πτάς
πτάσσω
πτάτο
πταώτην
πτεκάς
πτέλας
πτελέα
Πτελέα
πτελεάδες
Πτελέανδε
Πτελεατικὸς οἶνος
πτελέη
…
πταισμάτιον
Save
Pape
πταισμάτιον
, τό, dim. von πταῖσμα,
kleiner Unfall
(?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}