πρωτώλη
πρωτώλη, [lexical cite]
πρωτώλη· πρώτη ἢ πτερόν, Hsch. πρώτως, Adv. of πρῶτος,
- v. πρότερος B. IV. πρὠυδᾶν, v. προαυδάω. πρώων, ονος, ὁ, Ep. lengthd. form for πρών (q.v.).