πτερίσκος
πτερ-ίσκος, ὁ, Dim. of πτερόν, Babr. 118.5.
πτερίσκος, ου (ὁ) petite aile, Babr. 118, 6.
Étym. dim. de πτερόν.
πτερίσκος, ὁ, dim. von πτερόν, Babr. 118.5.
πτερίσκος, ὁ,
Dim. of πτερόν, Babr.