Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πτέρνισμα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Πτελεατικὸς οἶνος
πτελέη
πτελέϊνος
Πτελεόν
Πτελεός
πτελεώδης
πτελεών
πτέλος
πτέον
πτεραφόρος
Πτερέλας
Πτερία
πτερίδιος
Πτερίη
πτερίνεον
πτέρινος
Πτέριοι
πτέριον
πτερίς
πτέρις
πτερίσκος
πτέρισμα
πτερισμός
πτέρνα
πτέρνη
πτερνίζω
πτέρνιξ
πτερνίον
πτερνίς
πτέρνις
πτέρνισμα
πτερνισμός
πτερνιστής
πτερνοβατέω
πτερνοβάτης
Πτερνογλύφος
πτερνογλύφος
πτερνοκοπέω
πτερνοκόπις
πτερνοκοπίς
πτέρνος
Πτερνοτρώκτης
πτερνοτρώκτης
πτερνοφάγος
Πτερνοφάγος
πτεροβάμων
πτεροβόλος
πτεροδόνητος
πτεροδρομία
πτεροειδής
πτεροείμων
πτερόεις
πτερόιππος
πτεροκοπέω
πτέρομαι
πτερόν
πτερονόμος
πτεροποιέω
πτεροποίκιλος
πτερόπους
πτερορροέω
…
πτέρνισμα
Save
LSJ
πτέρν-ισμα, ατος, τό,
= sq. [πτερνισμός],
Tz.
H.
9.179.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}