Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πτωχῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Πτῷον
Πτῷος
πτώσιμος
πτῶσις
πτωσκάζω
πτώσσω
πτωτικός
πτωτός
πτωχαλαζών
πτωχάς
πτωχεία
πτωχεῖον
πτωχελένη
πτωχεύω
πτωχηΐη
πτωχίζω
πτωχικός
πτωχίστερος
πτωχοδοχεῖον
πτωχομουσοκόλαξ
πτωχόμουσος
πτωχοπλούσιος
πτωχοποιός
πτωχός
πτωχότης
πτωχοτροφεῖον
πτωχοτροφέω
πτωχοτροφία
πτωχοτρόφος
πτωχοφανής
πτωχῶς
πύα
πυαλίς
πυαλίτης
πύαλος
Πυανεψία
Πυανέψια
πυανέψια
Πυανεψιών
πυάνιον
πυάνιος
πύανον
πύανος
Πυανόψια
Πυανοψιών
πῦαρ
πυαρίτη
πυαρίτης
πύας
πυγαῖον
πυγαῖος
πυγαλγής
πυγαλγίας
πύγαργος
πυγαρίζω
Πύγελα
Πυγελεύς
πυγεών
πυγή
πυγηδόν
πυγίδιον
…
πτωχῶς
Save
Bailly 2024
πτωχῶς,
adv.
en mendiant, pauvrement,
Babr.
55, 2
.
Étym.
πτωχός
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}