πυκνός
πυκνός, close, compact
- close, compact.
- I of a thing with reference to the close union of its parts, close, firm, solid, πυκινὸς θώρηξ Il. 15.529; χλαῖναν πυκνὴν καὶ μεγάλην Od. 14.521; πυκινὸν νέφος Il. 5.751; πυκινὸν λέχος well-stuffed, firm bed, 9.621, Od. 7.340; πυκνὸν καὶ μαλακόν Il. 14.349; Ἁρμονίης πυκινῷ κρυφῷ Emp. 27.3; σπάρτα πυκνὰ ἐστραμμένα X. An. 4.7.15; π. δέμας Parm. 8.59; of a sponge, Hp. Ulc. 2; π. ὀστοῦν Pl. Ti. 75b, cf. Hp. VM 22; [σάρκες] Pl. Ti. 74e; χρυσοῦ πυκνότερον ib. 59b; ἔβενος Thphr. HP 1.5.5; πλεύμων Plu. QConv. 2.698b; χωρία ib. 650d; πυκινὴν νάπαις Ἄζιλιν Call. Ap. 89; [ὁ ἐλαιὼν] πυκνός ἐστι τοῖς φυτοῖς overgrown with plants, PFay. 113.8 (i/ii A.D.); ξοῒς χαρακτὴ π. IG 7.3073.104 (Lebad., ii B.C.); of a woman, thick-set, stocky, Sor. 1.34.
- 2 narrow, constricted, οὐ διέρχεται . . ἀρκέουσα ἰκμάς . ., πυκνῆς τῆς ὁδοῦ ἐούσης Hp. Mul. 1.73; πυκνοὺς ἔχουσι τοὺς πόρους τοῦ σώματος Alex.Aphr. Pr. 1.6.
- II of the parts of a thing, close-packed, crowded, πυκιναὶ κίνυντο φάλαγγες Il. 4.281; τῶν δὲ στίχες ἥατο πυκναί 7.61, etc.; πυκινὸν λόχον εἷσαν 4.392, etc.(v. infr. III.1); πυκνὰ καρήατα λαῶν 11.309; πυκνοὶ ἐφέστασαν ἀλλήλοισιν 13.133, cf. Od. 5.480; σταυροῖσιν πυκινοῖσι Il. 24.453; σταυροὺς . . πυκνοὺς καὶ θαμέας Od. 14.12; of thick plumage, πυκινὰ πτερά 5.53; πτερὰ πυκνά Il. 11.454, 23.879; but πύκνα πτέρα fast-beating wings, Sapph. 1.11 (and so perh. Hom. ll. cc.); freq. of thick foliage, ὕλη, λόχμη, θάμνοι, ὄζοι, ῥωπήϊα, δρυμά, πέταλα, Il. 18.320, Od. 19.439, 5.471, Il. 21.245, Od. 14.473, 10.150, 19.520; π. νέφεα Hes. Op. 553; πυκινοῖσι λίθοισι with close-laid stones, Il. 16.212; πυκινοῖσι . . βελέεσσι with a thick shower of darts, 11.576; πυκνῆσιν λιθάδεσσιν Od. 14.36; τοξεύματα πολλὰ καὶ π. Hdt. 7.218; πυκνοῖς ὄσσοις δεδορκώς, of Argus, A. Pr. 678; πεπλεκτανημέναι π. δράκουσιν, of the Furies, Id. Ch. 1050; of thick-falling rain, snow, etc., πυκνῆς ἀκοῦσαι ψακάδος S. Fr. 636; πυκιναῖς δρόσοις Id. Aj. 1208 (lyr.); πυκνῇ νιφάδι E. Andr. 1129; π. ῥόος a dense current, Emp. 100.14; π. θρίξ X. Cyn. 4.6; π. τρίχες Pl. Prt. 321a; [δένδρεα] Hdt. 4.22, cf. X. An. 4.8.2; τὰ μὲν π . . . τὰ δὲ μανὰ κατὰ τὴν φυτείαν Thphr. HP 1.8.2.
- b in Tactics, in close order, opp. ἀραιός, Ascl. Tact. 4.1 (Sup.), Arr. Tact. 11.1 (Comp.).
- 2 of a repeated action, frequent, numerous, πυκνοὺς θεοπρόπους ἴαλλε A. Pr. 658; τῶν π. φιλημάτων Id. Fr. 135; ὀδύναι πυκνόταται Hp. VM 22; πυκινῶν κρεγμῶν ἀκροαζομένα Epich. 109 (anap.); π. ὁδοὺς ἐλθόντα E. Tr. 235; π. βαίνων ἤλυσιν, of a blind man, Id. Ph. 844; ἐν πυκνῷ θεοῦ τροχῷ κυκλεῖται on the oft-revolving wheel, S. Fr. 871.1; μεταβολαὶ πυκνόταται Hp. Aër. 13; πνεῦμα πυκνότερον quicker breathing, Id. Acut. 16; π. σφυγμὸς ἢ μανός Plu. Sanit. 2.136f; continuous, constant, φῶς Corp.Herm. 16.10; ἐρωτήμασι πυκνοῖς χρώμενοι Th. 7.44; ἡ . . εἰωθυῖά μοι μαντικὴ . . πάνυ πυκνὴ ἦν Pl. Ap. 40a; ἐπιθυμίαι π. τε καὶ σφοδραί Id. R. 573e; τὰς ἐντεύξεις π. ποιεῖσθαι Isoc. 1.20: c. inf., πυκνοτέραν εἰσαφικνεῖσθαι πᾶσιν ἀνθρώποις ποιεῖν τὴν πόλιν more frequently visited by . ., X. Vect. 5.1 codd.
- III of artificial union, well put together, compact, strong, πυκινὸς δόμος, χηλός, θύραι, θάλαμος, κευθμῶνες (v. infr. B. III.1), Il. 10.267, Od. 13.68, Il. 14.167, Od. 23.229, 10.283; ἀσπὶς ῥινοῖσιν πυκινή Il. 13.804; π. δῶμα Xenoph. 17: hence, close, concealed, πυκινὸς δόλος Il. 6.187; and so perhaps π. λόχος, v. supr. II.1.
- 2 in Music, πυκνόν, τό, part of the tetrachord in which the intervals are small, defined as τὸ ἐκ δύο διαστημάτων συνεστηκὸς ἃ συντεθέντα ἔλαττον διάστημα περιέξει τοῦ λειπομένου διαστήματος ἐν τῷ διὰ τεσσάρων Aristox. Harm. p.24 M., cf. Plu. Mus. 2.1135b, etc.
- IV generally, strong of its kind, sore, excessive, ἄτη Il. 24.480; μελεδῶναι Od. 19.516; ἄχος Il. 16.599.
- V metaph. of the mind, shrewd, wise, πυκιναὶ φρένες 14.294, cf. Alc. Supp. 14.9, B. l.c.; νόος Il. 15.461; μήδεα 3.208; βουλή 2.55; ἐφετμή 18.216; μῦθοι Od. 3.23; ἔπος Il. 11.788; θυμός, βουλαί, Pi. P. 4.73, I. 7(6).8; φρήν E. IA 67; μήτιδι πυκνῇ Orac. ap. Hdt. 7.141, cf. IG 3.1320: in Prose, πυκνὴ διάνοια Pl. R. 568a; τὸ π. terseness of expression, D.H. Th. 24.
- 2 of persons, sagacious, shrewd, crafty, cunning, Σίσυφος πυκνότατος παλάμαις Pi. O. 13.52; κύων πυκινώτατον ἑρπετόν Id. Fr. 106; πυκινοί the wise, S. Ph. 854 (lyr.); πυκνότατον κίναδος Ar. Av. 430 (lyr.); πυκνός τις καὶ σοφὸς γνώμην ἀνήρ Critias 25.12.
- B Adv. πυκινῶς, and after Hom. πυκνῶς, θύραι or σανίδες πυκινῶς ἀραρυῖαι close or fast shut, Il. 9.475, Od. 2.344, etc.
- 2 sorely (v. supr. A. IV), πυκινῶς ἀκαχήμενος Il. 19.312, cf. Od. 19.95, al.; constantly, ὅταν π. διᾴττωσι X. Cyn. 6.22.
- 3 sagaciously, shrewdly, π. ὑποθήσομαι Od. 1.279, cf. Il. 21.293; πυκνῶς ἀνευρεῖν Ar. Th. 438 (lyr., s.v.l.).
- II neut. sg. and pl., πυκνόν, πυκνά, πυκινόν, πυκινά as Adv., esp. in the sense much, often, πήρην πυκνὰ ῥωγαλέην a much torn wallet, a wallet full of holes, Od. 13.438, 17.198; πυκινόν περ ἀχεύων 11.88; τέττιξ . . καταχεύετʼ ἀοιδὴν πυκνόν Hes. Op. 584: in Prose, πυκνὰ ἐκπίπτει ὦμος Hp. Art. 2; πυκνὰ ἀποβλέπειν Pl. R. 501b; πυκνὰ στρέφεσθαι X. An. 6.1.8; πυκνὸν ἀναπνεῖν Arist. Rh. 1357b19; πυκνότερον ἰέναι, παρέρχεσθαι, Pl. R. 328d, D. 41.24; πυκνότερα ἐπάγειν Pl. Cra. 420d. Adv. -οτέρως Lesb.Gramm. 23, PLond. 5.1929 (iv A.D.): Sup. πυκνότατα X. Eq. 11.11.
- 2 πυκινὰ φρονεῖν (v. supr. A.V) Od. 9.445.
- III poet. Adv. πύκα [⏑⏑], thickly, solidly, θαλάμου πύκα ποιητοῖο 1.436; π. π. δόμοιο 22.455; σάκεος π. π. Il. 18.608; Λυκίων π. θωρηκτάων 12.317, cf. 15.689, 739; πύλαι π. στιβαρῶς ἀραρυῖαι 12.454.
- 2 θάλαμος πύκʼ ἐβάλλετο with thick-falling darts, 9.588.
- 3 wisely, π. φρονεῖν ib. 554, 14.217, Q.S. 1.449, al.; τρέφειν rear carefully, Il. 5.70.
1. dicht (opeen)
a. dicht, ondoorlatend, ondoordringbaar:
b. dik, stevig, compact:
c. dicht (opeen), aaneengesloten, vaak plur.:
2. overdr.
a. van emoties e.d. zwaar, hevig, intens:
b. van gedachten, plannen, woorden e.d. slim, schrander, doordacht:
c. van plaats of tijd dicht op
a) von der Beschaffenheit einer Masse, dicht, fest, derb, im Ggstz des Lockern u. Losen ; θώρηξ, Il. 15.529 ; ἀσπίδα ῥινοῖσιν πυκινήν, 13.804 ; χλαῖνα πυκνὴ καὶ μεγάλη, Od. 14.521 ; λέχος, Il. 9.621, Od. 7.340, 23.177, eigtl. wohl von dichter, festgeschüttelter Streu od. festgestopftem Bett ; καὶ μαλακόν, Il. 14.349 ; νέφος, 5.751, 8.395 ; νεφέλη, 16.288 ; πυκνὰ νέφεα, Hes. O. 555 ; ὀστοῦν, Plat. Tim. 75a ; πυκνὰ καὶ βαρέα, 52e, u. sonst ; καὶ λεῖα, Rep. VI.510a ; χρυσοῦ πυκνότερον ὄν, Tim. 59b ; σπάρτα, Xen. An. 4.7.15.
b) von der Verbindung einzelner Teile zu einem Ganzen, dicht gedrängt, in dichten Scharen, nahe beisammen, im Ggstz des Zerstreuten, Vereinzelten, weit aus einander Liegenden ; ὀδόντες, σταυροί, πυκνοὶ καὶ θαμέες, Od. 12.92, 14.12 ; πυκιναὶ φάλαγγες, πυκναὶ στίχες, dichte Scharen, Il. 4.281, 7.61 u. sonst ; Hes. Th. 935 ; βέλεα, Il. 11.576, λίθοι, 16.212, in dichter Menge abgeschossen, geworfen ; πυκινῇσιν λιθάδεσσιν, Od. 23.193 ; aber πυκνοῖσιν λάεσσιν, mit dicht gehäuften Steinen, Il. 24.798 ; πυκνὰ καρήατα, dicht gedrängte Köpfe, Kopf an Kopf gedrängt, 11.309 ; σταυροί, 24.453 ; auch mit dem dat., πυκνοὶ ἐφέστασαν ἀλλήλοις, dicht an einander gedrängt, 13.133, 16.217, Od. 5.480 ; πυκνὰ πτερά, dicht gefiederte Flügel, Il. 11.454, 23.879, Od. 5.53 u. sonst ; bes. vom dichten Laube, dichter Waldung : ὄζοι, Il. 21.245 ; θάμνοι, Od. 5.471 ; πέταλα, 19.520 ; ὕλη, Il. 18.320, Od. 6.128 ; λόχμη, 19.439 ; δρυμά, Il. 11.1.18 ; – σύες πυκινοὺς κευθμῶνας ἔχοντες, Od. 10.283, was man auch zu c) ziehen kann ; vgl. Hes. O. 534 ; – πυκνοὺς θεοπρόπους ἴαλλεν, Aesch. Prom. 661 ; πυκνοῖς ὄσσοις δεδορκώς, 681, häufig, u. öfter ; πυκιναῖς δρόσοις, Soph. Aj. 1178 ; πυκνῇ νιφάδι, Eur, Andr. 1130 ; u. in Prosa : πυκναῖς θριξί, Plat. Prot. 321a ; häufig, τοῖς ἐρωτήμασι τοῦ ξυνθήματος πυκνοῖς χρώμενοι, Thuc. 7.44 ; ἡ εἰωθυῖά μοι μαντικὴ ἡ τοῦ δαιμονίου πάνυ πυκνὴ ἦν, Plat. Apol. 40a, u. öfter ; δένδρα, Xen. An. 4.8.2 ; φάλαγξ, 2.3.3, wie Pol. πυκνοτέρας ἢ πρόσθεν τὰς σημαίας καθιστάνων, 3.113.3. – In der Musik das wiederholte Angeben desselben Tones.
c) fest zusammengefügt, verschlossen ; δόμος, Il. 10.267, 12.301, Od. 6.134 u. sonst ; χηλός, 13.68 ; θύραι, Il. 14.167. – Uebh. tüchtig in seiner Art ; πυκινὸν ἄχος, ein tüchtiges, großes Leid, Il. 16.599, vgl. Od. 11.88 ; so ἄτη, Il. 24.480 ; μελεδῶναι, Od. 19.516 ; dah. übertr. auf den Geist, πυκιναὶ φρένες, Il. 14.294, ursprünglich = dichtes, festes Zwerchfell, was als der Sitz eines tüchtigen Verstandes galt ; Διὸς πυκινὸς νόος, 15.461, wie Archil. 60 ; φρήν, Eur. I.A. 67 ; Ar. Ach. 420 ; μήδεα, Il. 3.208 ; πυκινὰ φρεσὶ μήδεʼ ἔχοντες, 24.282 ; Od. 19.353 ; πυκινὴ βουλή, Il. 2.55, 9.76 ; ἐφετμή, verständig, 18.216 ; μῦθος, ein tüchtiges, verständiges Wort, Od. 3.23, wie πυκινὸν ἔπος, Il. 11.788 ; dah. liegt auch schlaues, vorsichtiges Verbergen der Absicht darin, wie πυκινὸς λόχος, 24.779, vgl. Od. 11.525, ἠμὲν ἀνακλῖναι ἠδʼ ἐπιθεῖναι, wobei man an den eigentlichen Ort des Hinterhalts, das Versteck denken muß ; so auch δόλος, Il. 6.187. – Aehnl. bei den folgdn Dichtern ; πυκινῷ θυμῷ, Pind. P. 4.73 ; πυκινὰν μῆτιν, 4.58 ; πυκναῖς βουλαῖς, I. 6.8 ; auch von Menschen, klug, verschlagen, Σίσυφον πυκνότατον παλάμαις, Ol. 13.52 ; vgl. Soph. μάλα τοι ἄπορα πυκινοῖς ἐνιδεῖν πάθη, Phil. 843 ; πυκνότατον κίναδος, Ar. Av. 429 ; auch in Prosa, καὶ τοῦτο πυκνῆς διανοίας ἐχόμενον ἐφθέγξατο, Plat. Rep. VIII.568a.
• Adv . a) πυκινῶς und nach Hom. πυκνῶς, bes. θύραι, σανίδες πυκινῶς ἀραρυῖαι, dicht, fest verbunden, fest verschlossen, Il. 9.475, Od. 2.344 u. oft ; u. übertr., πυκινῶς ἀκάχημαι, ich betrübe mich tüchtig, sehr, Il. 19.312, Od. 19.95 u. sonst ; πυκινῶς ὑποθήσομαι, nachdrücklich, bedächtig ermahnen, raten (s. ob. 2), Il. 21.293, Od. 1.279 ; πυκνῶς ποικίλους λόγους ἀνεῦρεν, Ar. Th. 438.
b) eben so πυκνόν u. πυκνά, πυκινόν u. πυκινά gebraucht, dicht, häufig ; πήρην πυκνὰ ῥωγαλέην, Od. 13.438, 17.198 ; πυκνὰ ἑκατέρωσʼ ἀποβλέπειν, Plat. Rep. VI.501b ; u. Komparat., νῦν δὲ σὲ χρὴ πυκνότερον δεῦρο ἰέναι, Rep. I.328d, wie πυκνότερον ἐνταυθοῖ παρέρχεται Dem. 41.24 ; u. übertr., πυκινόν περ ἀχεύων Od. 11.88, ἀνεστενάχιζε Il. 10.9, πυκνὰ μάλα στενάχων 18.318, ἐμοὶ πυκινὰ φρονέοντι Od. 9.445.
See πυκινός.
Strong 4437
1. close, compact, solid.
2. frequent: I Ti 5:23. Neut. pl., πυκνά, as adv., much, often: Mk 7:3 T (v.s. πυγμή), Lk 5:33. Comparat., πυκνότερον, very often or so much the oftener (v. Bl., § 44, 3
n): Ac 24:26.†
- close, compact: and so,
- Aof consistency, close, firm, solid, opp. to what is loose and porous (μανός, ἀραιός) , Hom.; πυκινὸν λέχος a well-stuffed bed, Hom.
- IIclose-packed, crowded, thick, close, dense, Hom.; of the plumage of a sea-bird, Hom.; of foliage, Hom.; of a shower of darts or stones, Hom., Hdt.; of hair, Aesch., etc.
- 2frequent, many, Lat. creber, Aesch., Eur., etc.
- IIIwell put together, compact, fast, strong, Il.
- IVclose, concealed, δόλος Il.
- Vgenerally, strong of its kind, great, sore, excessive, ἄτη Il.
- VImetaph. of the mind, sagacious, shrewd, wise, Hom.; πυκινοί the wise, Soph.; of a fox, Ar.
- Badv. πυκινῶς, and after Hom. πυκνῶς, θύραι or σανίδες πυκινῶς ἀραρυῖαι close or fast shut, Hom.
- 2very much, constantly, sorely, greatly, Hom.
- 3sagaciously, shrewdly, craftily, Hom.
- IIHom. also uses neuters πυκνόν and πυκνά, πυκινόν and πυκινά as adv., much, often; so also in Attic; comp. πυκνότερον, πυκνότερα; Sup. πυκνότατα.
- IIIpoet. adv. πύκα (q. v.), as if from πύκος, strongly, Hom.
- 2πύκα βάλλετο with thick-falling darts, Il.
- 3carefully, diligently, Il.
-
…καλοίην θαυμάσιόν τι γέγονεν. ἡ γὰρ εἰωθυῖά μοι μαντικὴ ἡ τοῦ δαιμονίου ἐν μὲν τῷ πρόσθεν χρόνῳ παντὶ πάνυ πυκνὴ ἀεὶ ἦν καὶ πάνυ ἐπὶ σμικροῖς ἐναντιουμένη, εἴ τι μέλλοιμι μὴ ὀρθῶς πράξειν. νυνὶ δὲ συμβέβηκέ μοι ἅπερ…
Plato, Apology
-
…τι γένος ἀϊστωθείη · ἐπειδὴ δὲ αὐτοῖς ἀλληλοφθοριῶν διαφυγὰς ἐπήρκεσε, πρὸς τὰς ἐκ Διὸς ὥρας εὐμάρειαν ἐμηχανᾶτο ἀμφιεννὺς αὐτὰ πυκναῖς τε θριξὶν καὶ στερεοῖς δέρμασιν, ἱκανοῖς μὲν ἀμῦναι χειμῶνα, δυνατοῖς δὲ καὶ καύματα, καὶ εἰς εὐνὰς ἰοῦσιν…
Plato, Protagoras
-
…ἄστυ, οὐδὲν ἂν σὲ ἔδει δεῦρο ἰέναι, ἀλλʼ ἡμεῖς ἂν παρὰ σὲ ᾖμεν · νῦν δέ σε χρὴ πυκνότερον δεῦρο ἰέναι. ὡς εὖ ἴσθι ὅτι ἔμοιγε ὅσον αἱ ἄλλαι αἱ κατὰ τὸ σῶμα ἡδοναὶ ἀπομαραίνονται, τοσοῦτον αὔξονται…
Plato, Republic
-
…, ἀκμηνὸς θαλέθων · πάχετος δʼ ἦν ἠΰτε κίων. τῷ δʼ ἐγὼ ἀμφιβαλὼν θάλαμον δέμον, ὄφρʼ ἐτέλεσσα, πυκνῇσιν λιθάδεσσι, καὶ εὖ καθύπερθεν ἔρεψα, κολλητὰς δʼ ἐπέθηκα θύρας, πυκινῶς ἀραρυίας. καὶ τότʼ ἔπειτʼ ἀπέκοψα κόμην…
Homer, Odyssey
-
…ὑποκενώσας τὸ ῥόφημα δώῃ, τὴν ὀδύνην ἐνεοῦσαν προσπαροξύνειεν ἂν, καὶ μὴ ἐνεοῦσαν εὐθὺς ἐμποιήσειεν ἂν, καὶ πνεῦμα πυκνότερον γένοιτʼ ἄν · κακὸν δὲ τοῦτό ἐστιν · ξηραντικὸν γὰρ πλεύμονος, καὶ κοπῶδες ὑποχονδρίων καὶ ἤτρου καὶ φρενῶν .…
Hippocrates, Regimen in Acute Diseases
-
…τοι ποταμῷ γε δαμήμεναι αἴσιμόν ἐστιν, ἀλλʼ ὅδε μὲν τάχα λωφήσει, σὺ δὲ εἴσεαι αὐτός · αὐτάρ τοι πυκινῶς ὑποθησόμεθʼ αἴ κε πίθηαι · μὴ πρὶν παύειν χεῖρας ὁμοιΐου πολέμοιο πρὶν κατὰ Ἰλιόφι κλυτὰ τείχεα λαὸν ἐέλσαι Τρωϊκόν ,…
Homer, Iliad
-
…ἀμφιβαλὼν θάλαμον δέμον, ὄφρʼ ἐτέλεσσα, πυκνῇσιν λιθάδεσσι, καὶ εὖ καθύπερθεν ἔρεψα, κολλητὰς δʼ ἐπέθηκα θύρας, πυκινῶς ἀραρυίας. καὶ τότʼ ἔπειτʼ ἀπέκοψα κόμην τανυφύλλου ἐλαίης, κορμὸν δʼ ἐκ ῥίζης προταμὼν ἀμφέξεσα χαλκῷ εὖ καὶ ἐπισταμένως…
Homer, Odyssey
-
…ἔλλαβε δεξιτερήν, μή πως δείσειʼ ἐνὶ θυμῷ. οἳ μὲν ἄρʼ ἐν προδόμῳ δόμου αὐτόθι κοιμήσαντο κῆρυξ καὶ Πρίαμος πυκινὰ φρεσὶ μήδεʼ ἔχοντες, αὐτὰρ Ἀχιλλεὺς εὗδε μυχῷ κλισίης ἐϋπήκτου · τῷ δὲ Βρισηῒς παρελέξατο καλλιπάρῃος. ἄλλοι μέν ῥα…
Homer, Iliad
-
…ἄρʼ ἀσπίδʼ ἔρειδε, κόρυς κόρυν, ἀνέρα δʼ ἀνήρ · ψαῦον δʼ ἱππόκομοι κόρυθες λαμπροῖσι φάλοισι νευόντων, ὡς πυκνοὶ ἐφέστασαν ἀλλήλοισιν · ἔγχεα δʼ ἐπτύσσοντο θρασειάων ἀπὸ χειρῶν σειόμενʼ · οἳ δʼ ἰθὺς φρόνεον, μέμασαν δὲ μάχεσθαι .…
Homer, Iliad
-
…μετὰ πνοιῇς ἀνέμοιο πλησίω ἀλλήλοισι τιταινομένω πτερύγεσσιν · ἀλλʼ ὅτε δὴ μέσσην ἀγορὴν πολύφημον ἱκέσθην, ἔνθʼ ἐπιδινηθέντε τιναξάσθην πτερὰ πυκνά, ἐς δʼ ἰδέτην πάντων κεφαλάς, ὄσσοντο δʼ ὄλεθρον · δρυψαμένω δʼ ὀνύχεσσι παρειὰς ἀμφί τε δειρὰς δεξιὼ ἤιξαν…
Homer, Odyssey