Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Πυκναία
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Πύθων
Πυθών
πύθων
Πυθῶνάδε
Πυθῶναξ
πυθώνιον
Πυθωνόθεν
Πυθῷος
πύϊον
πύϊρ
πύκα
πυκάεις
πυκαείς
πυκάζω
πύκασμα
πυκασμός
Πυκιμήδη
πυκιμηδής
πυκιμήδης
πυκινά
πυκινόθριξ
πυκινοκίνητος
πυκινόρριζος
πυκινός
πυκινόφρων
πυκινῶς
πυκνά
Πύκνα
πυκνάζω
πυκναία
Πυκναία
πυκνάκις
πυκνάρμων
πυκνίτης
πυκνόβλαστος
πυκνογόνατος
πυκνόδους
πυκνοέθειρος
πυκνόθριξ
πυκνόκαρπος
πυκνοκίνδυνος
πυκνόκοκκον
πυκνόκομον
πυκνομματέω
πυκνόν
πυκνονεφής
πυκνοπλοέω
πυκνοπνεύματος
πυκνόπνοια
πυκνοποιέω
πυκνόπορος
πυκνόπτερος
πυκνορράξ
πυκνόρραξ
πυκνόρριζος
πυκνόρρωγος
πυκνορρώξ
πυκνόρρωξ
πυκνός
Πυκνός
πυκνόσαρκος
…
Πυκναία
Save
Bailly 2024
Πυκναία,
ας
(
ἡ
)
c.
Πνύξ,
Ion
.
Étym.
E. Byz.
v
o
Πνύξ
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}