πυξώδης Save LSJ Bailly 2024 Pape πυξ-ώδης, ες, = πυξοειδής, τὴν χρόαν π. Dsc. 1.16. πυξώδης, ης, ες, c. πυξοειδής, Diosc. 1, 15. Étym. πύξος, -ωδης. πυξώδης, ες, = πυξοειδής, auch = voll von Buxbaum.