πυραγρέτης
πυραγρέτης, serving for tongues
πῠρ-αγρέτης καρκίνος,= πυράγρα, AP 6.92 (Phil.).
πυραγρέτης, ὁ, καρκίνος, = πυράγρα, Philp. 16 (VI.92).
πυραγρέτης
from πῠράγρα
πῠραγρέτης, ου, ὁ,
- serving for tongues, Anth.