πῦρ
πῦρ, πῦρ, fire
- v. πυρά, τά:—fire, π. καίειν or δαίειν to kindle fire, Il. 8.521, Od. 7.7, etc.; π. ἀνακαίειν, ἅπτειν, ἐξάπτειν, αἴθειν, ἐναύειν, v. sub vocc.; π. ποιεῖν, ποιήσασθαι, Anaxipp. 1.12, X. An. 5.2.27; οἴσετε π. Il. 15.718; π. προσέφερον X. An. 5.2.14; π. ἐμβαλεῖν νηυσί, κλισίῃσι, Il. 15.597, Od. 8.501 (tm.); π. φυσητέον, ῥιπίζειν, Ar. Lys. 293, Plu. Flam. 21; as exclam., “πῦρ” βοᾷ Men. Sam. 208.
- b π. τεχνικόν, v. τεχνικός.
- 2 funeral-fire (cf. πυρά), ὄφρα πυρός με . . λελάχωσι θανόντα Il. 7.79, 22.342, cf. 15.350, 23.76; ζῶντα διδόναι τινὰ πυρί burn one alive, Hdt. 1.86.
- 3 sacrificial fire, ἐν πυρὶ βάλλε θυηλάς Il. 9.220, cf. Od. 3.341, 446; κατὰ τοῦ π. σπένδειν Pl. Criti. 120a; διὰ τοῦ π. ὀμνύναι D. 54.40.
- 4 hearth-fire, πυρὸς ἐσχάραι Il. 10.418, cf. Od. 5.59; ἕως ἂν αἴθῃ πῦρ ἐφʼ ἑστίας ἐμῆς A. Ag. 1435; πυρὶ δέχεσθαί τινα E. Or. 47; τὸ π. τὸ ἀθάνατον the fire of Vesta, Plu. Num. 9, etc.; deified, Πῦρ ἀθάνατον SIG 826 ii 14 (Delph., ii B.C.).
- 5 lightning, κεραυνὸς ἀενάου πυρός Pi. P. 1.6; πῦρ πνέοντος κεραυνοῦ Id. Fr. 146; πυρὸς ἀμφήκης βόστρυχος A. Pr. 1044 (anap.); πυρὶ καὶ στεροπαῖς S. OT 470 (anap.); παλτῷ ῥιπτεῖ πυρί Id. Ant. 131 (anap.); θείῳ πυρὶ παμφαής Id. Ph. 728 (lyr.).
- b fire, light, or heat of the sun, θερινὸν π., opp. χειμών, Pi. P. 3.50, cf. Pl. Lg. 865b; of the stars, π. πνείοντα ἄστρα S. Ant. 1146 (lyr.); summer solstice, Alcm. 79, Paul.Al. A. 3.
- 6 flame of torches, S. Ant. 964 (lyr.), etc.; π. εὐάγγελον, ἄγγαρον, πομπόν, of the beacon fire, A. Ag. 21, 282, 299.
- 7 fever heat, violent fever, πῦρ ἔλαβέν [τινα] Hp. Epid. 1.4.8 [1.26.ηʹ], al.; ὁ δʼ ἔχων θέρμαν καὶ π. ἧκεν Ar. Fr. 690; τεταρταίῳ πυρί Call. Aet. 3.1.17 [Fr. 75.17 Pf.]; π. ἄγριον Hp. Epid. 7.20 (of erysipelas acc. to Gal. 19.134).
- II phrases, ἐν πυρὶ γενέσθαι to be consumed, come to nothing, Il. 2.340; φεύγων καπνὸν εἰς πῦρ δεσποτείας ἐμπεπτωκώς ‘out of the frying pan into the fire, Pl. R. 569b, cf. Prov. ap. Simp. in Epict. p.72 D.; ἦν ἄρα πυρός γʼ ἕτερα θερμότερα Ar. Eq. 382; πῦρ ἐπὶ πῦρ ἐγχεῖν, ἄγειν, φέρειν, ἐπεισφέρειν, Cratin. 18, Ar. Fr. 453, Arist. Pr. 880a21, Plu. Adul. 2.61a; εἰς π. ξαίνειν ‘plough the sands’, Pl. Lg. 780c; βασανίζειν χρυσὸν ἐν πυρί Id. R. 413e, cf. Plb. 21.20.7: as a type of things irresistible or terrible, ἀντίος εἶμι, καὶ εἰ πυρὶ χεῖρας ἔοικε Il. 20.371; μάρναντο δέμας πυρὸς αἰθομένοιο 11.596, al.; Ἕκτωρ πυρὸς αἰνὸν ἔχει μένος 17.565, cf. 6.182; so τὸ πεπρωμένον οὐ π. σχήσει Pi. Fr. 232; κρεῖσσον ἀμαιμακέτου πυρός S. OT 177; οὐδὲν θηρίον γυναικὸς ἀμαχώτερον, οὐδὲ π. Ar. Lys. 1015; ἀναρχία κρείσσων πυρός E. Hec. 608; ἐχίδνης καὶ πυρὸς περαιτέρω Id. Andr. 271; so διὰ πυρὸς ἰέναι (as we say) to go through fire and water, dash through any danger, X. Smp. 4.16, cf. Oec. 21.7, Ar. Lys. 133; but διὰ πυρὸς ἦλθε ἑτέρῳ λέχεϊ she raged furiously against the other partner of the bed, E. Andr. 487 (lyr.); διὰ πυρὸς ἔμολον ματρί Id. El. 1183 (lyr.); σωθήσεται οὕτω δὲ ὡς διὰ πυρός 1 Ep.Cor. 3.15; εἰς π. ἅλλεσθαι X. Mem. 1.3.9; κἂν εἰς π. ἐμβαῖεν Lib. Ep. 314.3; π. διέρπειν S. Ant. 265; of persons, ὦ π. σύ . . Id. Ph. 927; of Hannibal, Plu. Flam. 21: metaph. of anxious hope, θάλπει τῷδʼ ἀνηκέστῳ πυρί S. El. 888; of love, ἀρσενικῷ θέρεται π. Call. Epigr. 25.5 Pf., cf. 44.2 Pf. (Cf. Arm. hur, OE. fyr ‘fire’, etc.)
1. vuur
a.
b. overdr., van pers. heethoofd:
c. overdr. van emotie vuur, vurige liefde,
d. uitroep brand!
e.
2. gloed, licht, warmte, van fakkels, hemellichamen e.d.
3. koorts.
[Υ ist in allen zweisilbigen Casus kurz, u. so in allen Ableitungen u. Zusammensetzungen.]
Vgl. πύϊρ.
πῦρός, τό
[cf. Eng. fire, Germ. feuer.]
- 1
Fire : ὄσσε οἱ πυρὶ λαμπετόωντι ἐΐκτην Il. 1.104. Cf. Il. 2.340 (to the flames with . . .), 415 (genit. of material, with fire), Il. 5.4, 215 (commit to the flames), Il. 6.182, Il. 12.177, Il. 14.396, etc. : Od. 4.418, Od. 5.490, Od. 9.390, Od. 12.68, Od. 16.290, Od. 17.23, Od. 19.39, etc.
Funeral-fire, the flames of the pyre : ὄφρα πυρός με λελάχωσιν Il. 7.79. Cf. Il. 15.350, Il. 23.76, etc. : Od. 24.65.
- 2
The result of the application of fire to prepared combustible material, fire; when a particular mass of fire is referred to, a fire : ἐν πυρὸς αὐγῇ Il. 9.206, ἐν νηυσὶ πῦρ βαλέειν Il. 13.629. Cf. Il. 8.521, 563, Il. 9.211, Il. 15.420, Il. 16.122, Il. 18.344, Il. 19.376, etc. : Od. 3.341, Od. 5.59, Od. 6.305, Od. 8.426, 501, Od. 14.518, Od. 17.572, Od. 22.481, etc.
Of watch-fires : ἔνθα πῦρ κήαντο Il. 9.88 (i.e. each band lighted its fire).
A funeral-pyre Il. 23.45.
- 1
- 1fire
- a ὁ δὲ χρυσὸς αἰθόμενον πῦρ ἅτε διαπρέπει O. 1.1 ὕδατος πυρὶ ζέοισαν εἰς ἀκμάν O. 1.48 πῦρ πνεόντων ἀρχὸς ἵππων O. 7.71 ὑπὸ στερεῷ πυρὶ O. 10.36 Χίμαιραν πῦρ πνέοισαν O. 13.90 τὸν αἰχματὰν κεραυνὸν σβεννύεις αἰενάου πυρός P. 1.6 τᾶς ἐρεύγονται μὲν ἀπλάτου πυρὸς ἁγνόταται ἐκ μυχῶν παγαί P. 1.21 πῦρ ἐξ ἑνὸς σπέρματος ἐνθορὸν ἀίστωσεν ὕλαν P. 3.36 πυρὶ καιόμενος P. 3.102 φλόγʼ πνέον καιομένοιο πυρος P. 4.225 πῦρ δέ νιν οὐκ ἐόλει P. 4.233 εἴ ποτε χειμέριον πῦρ ἐξίκηται λοίσθιον (sc. δρῦς) P. 4.266 πῦρ δὲ παγκρατὲς θρασυμαχάνων τε λεόντων ὄνυχας ὀξυτάτους ἀκμὰν καὶ δεινοτάτων σχάσαις ὀδόντων N. 4.62 γαίᾳ δὲ καυθείσᾳ πυρὶ i. e. earthenware N. 10.35 ματέρʼ πολεμίῳ πυρὶ πλαγεῖσαν Pae. 2.30 χρῆν ἄρα Πέργαμον εὐρὺν ἀιστῶσαι σέλας αἰθομένου πυρός Pae. 6.98 ὁ παγκρατὴς κεραυνὸς ἀμπνέων πῦρ Δ. 2. 16. θύματα μειγνύντων πυρὶ τηλεφανεῖ Θρ. 7. 9. πῦρ πνέοντος κεραυνοῦ fr. 146. 1. πυρὶ δʼ ὑπνόωντε σώματα (ὤπτων coni. Snell) fr. 168. 3. τὸ πεπρωμένον οὐ πῦρ οὐ σιδάρεον σχήσει τεῖχος fr. 232.
- b heat ἢ θερινῷ πυρὶ περθόμενοι δέμας ἢ χειμῶνι P. 3.50
Strong 4442
fire: Mk 9:22, Lk 3:9, Jo 15:6, Ac 2:19, I Co 3:13, Ja 3:5, Re 8:5, al; π. καὶ θεῖον, Lk 17:29; κατακαίειν (ἐν) π., Mt 13:40, Re 17:16 18:8; καίεσθαι πυρί, He 12:18, Re 8:8 21:8; φλὸξ πυρός, Ac 7:30, II Th 1:8, He 1:7, Re 1:14 2:18 19:12; λαμπάδες πυρός, Re 4:5; στῦλοι πυρός, Re 10:1; ἄνθρακες πυρός, Ro 12:20
(LXX); γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός, Ac 2:3; δοκιμάζειν (πυροῦσθαι) διὰ πυρός, I Pe 1:7, Re 3:18; ὡς διὰ. π. (Lft., Notes, 193), I Co 3:15. Of the fire of hell (cf. Dalman, Words,161): Mk 9:48
(LXX); τὸ π. τὸ αἰώνιον, Mt 18:8 25:41 (cf. IV Mac 12:12); ἄσβεστον, Mk 9:43; πυρὸς αἰωνίου δίκην ὑπέχειν, Ju 7; γέεννα τοῦ π., Mt 5:22 18:9; κάμινος τοῦ π., Mt 13:42, 50; ἡ λίμνη τοῦ π., Re 19:20 20:10, 14, 15; πυρὶ τηρεῖσθαι, II Pe 3:7; βασανισθῆναι ἐν π., Re 14:10. Metaph.: βαπτίζειν πυρί, Mt 3:11, Lk 3:16; of the tongue, Ja 3:5; of strife and discord, Lk 12:49; ἐκ π. ἁρπάζειν, Ju 23; πυρὶ ἁλίζεσθαι, Mk 9:49; ζῆλος πυρός, He 10:27; of God, π. καταναλίσκον, He 12:29
(LXX).
I
I.1
λαβὼν τὸν γομφίον καὶ τὴν μύλην καὶ πυρὰν ποιήσας ἀκόντισον εἰς τὸ πῦρ
toma la muela y el diente y después de hacer una hoguera arrójalos al fuego
I.2
ἐὰν ναί, δεῖξόν μοι φυτὸν καὶ ὕδωρ, εἰ δὲ μήγε, πῦρ καὶ σίδηρον
si es sí, muéstrame una planta y agua, si es no, fuego y hierro
II
II.1
εἴσελθε, φάνηθί μοι, κύριε, ὁ ἐν πυρὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἰσχὺν ἔχων
ven, muéstrate a mí, señor, el que tiene en el fuego la fuerza y el poder
ἐπικαλοῦμαι καὶ σέ, τὸν τὸ πῦρ κρατοῦντα
te invoco también a ti, que dominas el fuego
Αὐτὸς γὰρ ἐστιν ὁ λαιλαφέτης καὶ χανοῦχος, πυρὸς κρατύντωρ
pues El es el que envía las tormentas y controla el abismo, dominador del fuego
ἐπικαλοῦμαι καὶ εὔχομαι τὴν τελετήν, ... ὦ τῶν κυμάτων ἐξεγερταί, ὦ πυρὸς κομισταί
os invoco y suplico esta consagración, oh vosotros que levantáis las olas, oh cuidadores del fuego
ὁρκίζω ὑμᾶς, τοὺς κατὰ τοῦ πυρὸς τεταγμένους
os conjuro a vosotros, los que estáis establecidos sobre el fuego
II.1.a
χαῖρε, πυρὸς ταμία, τηλεσκόπε κοίρανε κόσμου
te saludo, administrador del fuego, señor del mundo que ves a lo lejos
ὁ χρυσοπρόσωπος, ὁ χρυσαυγής, ὁ πυ[ρ]ὶ καταλάμπων τῆς νυκτός
el que tiene dorado rostro, el de dorados destellos, el que ilumina la noche con fuego
ἐν]εύχομαί σοι ... πυρὸς αὐξητὰ καὶ πολλοῦ φωτ[ός
te suplico a ti, que aumentas el fuego y la gran luz
ἵλαθί μοι, ... δαῖμον ἀκοιμήτου πυρός, ἄφθιτε, χρυσεόκυκλε
séme propicio, demon del fuego que no se extingue, inmortal, círculo de oro
Ἥλιε χρυσόκομα, διέπων φλογὸς ἀκάματον πῦρ
Helios de aúrea cabellera, que manejas el fuego incansable de la llama
II.1.b
ἀφρογενὴς Κυθέρεια, θεῶν γενέτειρα καὶ ἀνδρῶν, ... πυρὸς μεγάλου περιδινήτειρα
nacida de la espuma, Citerea, madre de dioses y hombres, que haces girar el gran fuego
II.1.c
ἐπικαλοῦμαί σε τὸν ἀκέφαλον θεὸν, ... οὗ τὸ στόμα διὰ παντὸς πυρὸς γέμει
te invoco a ti, el dios acéfalo, cuya boca rebosa fuego eternamente
II.1.d
σὲ καλέω, Τυφῶν', ... σὲ τὸν ἐπ' ἀσβέστῳ βεβηκότα πυρὶ λιγείῳ
a ti te llamo, Tifón, a ti que andas sobre fuego ardiente que no se apaga
II.2
ὁρκίζω τὸ πῦρ τὸ φανὲν πρῶτον ἐν ἀβύσσῳ
conjuro al fuego, el que se manifestó primero en el vacío
ἵνα θαυμάσω τὸ ἱερὸν πῦρ
para que contemple admirado el sagrado fuego
ἐξορκίζω σε, πῦρ, δαίμων ἔρωτος ἁγίου, τὸν ἀόρατον καὶ πολυμερῆ
te conjuro, fuego, demon del amor sagrado, el invisible y compuesto de muchas partes
- Ifire, Hom., etc.; πῦρ καίειν or δαίειν to kindle fire, Hom.; πῦρ ἀνακαίειν, ἅπτειν, ἐξάπτειν, αἴθειν, ἐναύειν, v. sub vocc.; πῦρ ἐμβάλλειν νηυσί Il.
- 2the funeral-fire (cf. πυρά) , Il.
- 3the fire of the hearth, πυρὶ δέχεσθαί τινα Eur.; π. ἄσβεστον or ἀθάνατον the fire of Vesta in the Prytaneion, Plut.
- IIas a symbol of things irresistible or terrible, μάρναντο δέμας πυρὸς αἰθομένοιο they were fighting like burning fire, Il.; κρεῖσσον ἀμαιμακέτου πυρός Soph.; διὰ πυρὸς ἰέναι (as we say) to go through fire and water, Xen.; but, διὰ πυρὸς ἦλθε ἑτέρῳ λέκτρῳ she raged furiously against the other partner of the bed, Eur.:—of persons, ὦ πῦρ σύ Soph.:—rarely as an image of warmth and comfort, Aesch.
-
…Προμηθεὺς ἥντινα σωτηρίαν τῷ ἀνθρώπῳ εὕροι, κλέπτει Ἡφαίστου καὶ Ἀθηνᾶς τὴν ἔντεχνον σοφίαν σὺν πυρί ἀμήχανον γὰρ ἦν ἄνευ πυρὸς αὐτὴν κτητήν τῳ ἢ χρησίμην γενέσθαι καὶ οὕτω δὴ δωρεῖται ἀνθρώπῳ. τὴν μὲν οὖν περὶ τὸν βίον σοφίαν ἄνθρωπος…
Plato, Protagoras
-
…οὐκ ἦν. ἐπειδὴ δὲ καὶ τούτοις χρόνος ἦλθεν εἱμαρμένος γενέσεως, τυποῦσιν αὐτὰ θεοὶ γῆς ἔνδον ἐκ γῆς καὶ πυρὸς μείξαντες καὶ τῶν ὅσα πυρὶ καὶ γῇ κεράννυται. ἐπειδὴ δʼ ἄγειν αὐτὰ πρὸς φῶς ἔμελλον, προσέταξαν Προμηθεῖ καὶ…
Plato, Protagoras
-
…. ἀπορίᾳ οὖν σχόμενος ὁ Προμηθεὺς ἥντινα σωτηρίαν τῷ ἀνθρώπῳ εὕροι, κλέπτει Ἡφαίστου καὶ Ἀθηνᾶς τὴν ἔντεχνον σοφίαν σὺν πυρί ἀμήχανον γὰρ ἦν ἄνευ πυρὸς αὐτὴν κτητήν τῳ ἢ χρησίμην γενέσθαι καὶ οὕτω δὴ δωρεῖται ἀνθρώπῳ. τὴν μὲν οὖν…
Plato, Protagoras
-
…καὶ τούτοις χρόνος ἦλθεν εἱμαρμένος γενέσεως, τυποῦσιν αὐτὰ θεοὶ γῆς ἔνδον ἐκ γῆς καὶ πυρὸς μείξαντες καὶ τῶν ὅσα πυρὶ καὶ γῇ κεράννυται. ἐπειδὴ δʼ ἄγειν αὐτὰ πρὸς φῶς ἔμελλον, προσέταξαν Προμηθεῖ καὶ Ἐπιμηθεῖ κοσμῆσαί τε καὶ νεῖμαι…
Plato, Protagoras
-
…οἱ εἴη πίνειν αἰνυμένῳ καί οἱ ποτιδόρπιον εἴη. αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ σπεῦσε πονησάμενος τὰ ἃ ἔργα, καὶ τότε πῦρ ἀνέκαιε καὶ εἴσιδεν, εἴρετο δʼ ἡμέας · ὦ ξεῖνοι, τίνες ἐστέ ; πόθεν πλεῖθʼ ὑγρὰ κέλευθα ; ἦ…
Homer, Odyssey
-
…λαμπὰς δʼ οὐδέπω μαυρουμένη, ὑπερθοροῦσα πεδίον Ἀσωποῦ, δίκην φαιδρᾶς σελήνης, πρὸς Κιθαιρῶνος λέπας ἤγειρεν ἄλλην ἐκδοχὴν πομποῦ πυρός. φάος δὲ τηλέπομπον οὐκ ἠναίνετο φρουρὰ πλέον καίουσα τῶν εἰρημένων · λίμνην δʼ ὑπὲρ Γοργῶπιν ἔσκηψεν φάος · ὄρος…
Aeschylus, Agamemnon
-
…ὥσθʼ ἕξει λέγειν. ὅμως δʼ ἐπειδή σοι δοκεῖ, δρᾶν ταῦτα χρή. ἴθι νυν λιβανωτὸν δεῦρό τις καὶ πῦρ δότω, ὅπως ἂν εὔξωμαι πρὸ τῶν σοφισμάτων ἀγῶνα κρῖναι τόνδε μουσικώτατα · ὑμεῖς δὲ ταῖς Μούσαις τι μέλος ὑπᾴσατε…
Aristophanes, Frogs
-
…πρόφρων κραδίη καὶ θυμὸς ἀγήνωρ ἐν πάντεσσι πόνοισι, φιλεῖ δέ ἑ Παλλὰς Ἀθήνη. τούτου γʼ ἑσπομένοιο καὶ ἐκ πυρὸς αἰθομένοιο ἄμφω νοστήσαιμεν, ἐπεὶ περίοιδε νοῆσαι. τὸν δʼ αὖτε προσέειπε πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς · Τυδεΐδη μήτʼ ἄρ με…
Homer, Iliad
-
…τὸν δʼ αὖ ξύναιμον τοῦδε, Πολυνείκη λέγω, ὃς γῆν πατρῴαν καὶ θεοὺς τοὺς ἐγγενεῖς φυγὰς κατελθὼν ἠθέλησε μὲν πυρὶ πρῆσαι κατʼ ἄκρας, ἠθέλησε δʼ αἵματος κοινοῦ πάσασθαι, τοὺς δὲ δουλώσας ἄγειν, τοῦτον πόλει τῇδʼ ἐκκεκήρυκται τάφῳ…
Sophocles, Antigone
-
…λαός. αὐτὰρ ἐπεί ῥʼ ἤγερθεν ὁμηγερέες τʼ ἐγένοντο πρῶτον μὲν κατὰ πυρκαϊὴν σβέσαν αἴθοπι οἴνῳ πᾶσαν, ὁπόσσον ἐπέσχε πυρὸς μένος · αὐτὰρ ἔπειτα ὀστέα λευκὰ λέγοντο κασίγνητοί θʼ ἕταροί τε μυρόμενοι, θαλερὸν δὲ κατείβετο δάκρυ παρειῶν. καὶ…
Homer, Iliad