πυριτρόφος
πυριτρόφος, cherishing fire
πῠρι-τρόφος, ον,
- cherishing fire, ῥιπίδες AP 6.101 (Phil.).
πυρι·τρόφος, ος, ον [ῠ] qui nourrit le feu, Anth. 6, 101.
Étym. π. τρέφω.
πυριτρόφος, Feuer nährend, ῥιπίς, Philp. 13 (VI.101).
πυριτρόφος
πῠρῐ-τρόφος, ον,
τρέφω
- cherishing fire, of billows.