πυρριχιακός
πυρριχιακός, pyrrhic
πυρριχ-ῐᾰκός, ή, όν,
- pyrrhic, [μέτρον] Heph. 8.8; [λέξις] Hdn.Gr. 1.562.
πυρριχιακός, ή, όν [ῐχᾰ] composé de pyrrhiques, t. de pros. Héph.
Étym. πυρρίχιος.
πυρριχιακός, im pyrrhichischen Versmaße, Gramm., bes. im adv.