πυρρότριχος
πυρρότρῐχος, ον,
- = πυρρόθριξ, Theoc. 8.3.
πυρρό·τριχος, ος, ον [ῐ] c. πυρρόθριξ, Thcr. Idyl. 8, 3.
πυρρότριχος, = πυρρόθριξ, Theocr. 8.3.
πυρρότριχος
πυρρό-τρῐχος, ον,
= πυρρόθριξ, Theocr.