πωμάτιον
πωμάτιον, little lid
πωμ-άτιον [ᾰ], τό, Dim. of πῶμα A,
- little lid, Sor. 1.71, Gloss.
- II = πωματίας, Gp. 20.29.
πωμάτιον, ου (τὸ) [ᾰ] c. πωματίας, Geop. 20, 29.
πωμάτιον, τό, dim. von πῶμα, kleiner Deckel (?).