πωλοτροφικός
πωλοτροφικός, of or for horsebreeding
πωλοτροφ-ικός, ή, όν,
- of or for horsebreeding: ἡ -κή (sc. τέχνη), = foreg., Ael. NA 4.6.
πωλοτροφικός, ή, όν, die Fohlen-, Pferdezucht betreffend, ἡ πωλοτροφική, sc. τέχνη, = πωλοτροφία, Ael. H.A. 4.6.