Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πωλοκόμος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πώλη
πωλή
πώλημα
πώλης
πώλησις
πωληταί
πωλητήρ
πωλητήριον
πωλητής
πωλητικός
πωλητός
πωλήτρια
Πωλιανός
πωλιείτης
πωλικός
πώλιμος
πωλίον
πώλιον
Πώλιττα
Πωλίων
Πωλλιανός
πωλοδαμαστής
πωλοδαμαστική
πωλοδαμαστικός
πωλοδαμέω
πωλοδαμνέω
πωλοδάμνης
πωλοδαμνία
πωλοδαμνική
πωλοδαμνικός
πωλοκόμος
πωλομάχος
πῶλος
Πῶλος
πωλοτροφέω
πωλοτροφία
πωλοτροφική
πωλοτροφικός
πωλοτρόφος
πωλύπιον
πώλυπος
πωλύπος
πῶλυψ
Πωλώ
πωλωνεῖα
πῶμα
πωμάζω
πωμαίνω
πώμαλα
πωμαννύω
πωμάριον
πωμαρίτης
πωμαστέον
πωμαστήριον
πωματίας
πωματίζω
πωμάτιον
πωματίς
πωμήριον
πῶμι
πωνίω
…
πωλοκόμος
Save
Pape
πωλοκόμος
,
ein Fohlen, ein junges Pferd wartend, pflegend
(?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}