σάλη
σάλη, Dor. σάλα, ἡ,
- = φροντίς (cf. σάλος II.2), Hsch., Phot., EM 151.47: also σαλέη, Hsch.
- II both σαλέη and σάλη = βλάβη, Id. σαλητόν, v. σάρητον.
*σάλη, dor. σάλα, ας (ἡ) [σᾰ] agitation, Eschl. (Phot. p. 497, 14).
Étym. cf. σάλος.