About Report a problem

Menu

σαλία

σαλ[ία, sifter

σᾰλία· πλέγμα καλάθῳ ὅμοιον, ὃ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς φοροῦσιν αἱ Λάκαιναι, οἱ δὲ θολία, Hsch.
σᾱλ[ία, Dor. for τηλία,
  • sifter, dub. in Supp.Epigr. 1.414 (Crete, v/iv B.C.).

Saved

Recent