σίκλος
σίκλος, ὁ,
- = σίγλος (q.v.):—Dim. σικλίον, τό, Ps.-Gal. 19.773.
σίκλος, ου (ὁ) v. σίγλος.
σίκλος, ὁ, = σίγλος. Auch ein Maß, s.v. a. μέδιμνος, Pol. bei Ath. VIII.331.