σικύδιον Save LSJ Bailly 2024 Pape σῐκύδιον, τό, Dim. of σικύα or σίκυος, Phryn.Com. 25, POxy. 117.11 (ii/iii A.D.). σικύδιον, ου (τὸ) [ῐῡ] dim. de σίκυος, Phryn. com. 2-1, 590 Mein. σικύδιον, τό, dim. von σικύα u. σίκυος, Ath. III.73e aus Phryn.