σικυοπέπων
σῐκυοπέπων, ονος, ὁ,
- = σίκυος πέπων (v. πέπων I.2), Gal. 6.565.
σικυο·πέπων, ονος (ὁ) [ῐ] sorte de melon, Gal. 6, 338.
Étym. σίκυος, πέπων.
σικυοπέπων, ὁ, = σίκυος πέπων (s. πέπων b), Galen.