σίνηπι
σίνηπι, Ion. for σίναπι.
σίνηπι, ιος ou εως (τὸ) [ῐῐ] c. σίναπι ||
➳ Gén. σινήπιος, Arstt. Plant. 1, 5, 5 ; σινήπεως, Diosc. 2, 170 ; Geop. 2, 934.
σίνηπι, u. σίνηπυ, τό, ion. statt σίναπι, σίναπυ ; Nic. hat auch den acc. σίνηπυν, Al. 533 ; gen. σινήπιος Arist. plant. 1.5.