Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σινδώνιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σινδαρωνεύομαι
Σίνδης ὄρος
Σινδιανοί
Σινδική
Σινδικός
σίνδιον
σίνδις
Σινδογενής
Σίνδοι
Σινδοί
σινδοκόθορνοι
σινδόνη
σινδονιάζω
σινδόνιον
σινδόνιος
σινδονίσκη
σινδονίσκος
σινδονίτης
σινδονῖτις
σινδονοειδής
σινδονοπώλης
σινδονοφορέω
σινδονοφόρος
σινδονυφής
Σίνδος
σινδρός
σίνδρων
σινδρωνεύομαι
σινδώ
σινδών
σινδώνιον
σινέομαι
σίνηπι
σίνηπυ
σίνηπυς
σινιάζω
σινίασμα
σινιατήριον
σινίατρον
σινίον
σίνιον
σίνις
Σίνις
Σίννακα
Σίννας
σίννομαι
σινόδους
σινόδων
Σινόεσσα
Σινοητίς
σίνομαι
σινοποιός
Σινορία
σίνος
σινότης
σινόω
σινπλαρία
Σιντηΐς
σίντης
Σιντιακός
Σίντιες
…
σινδώνιον
Save
LSJ
σινδώνιον, τό,
=
σινδόνιον,
PGen.
80.8 (iv A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}