σημήϊον Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape σημήϊον, τό, Ion. for σημεῖον. σημιαφόρος, v. σημειοφόρος. σημήϊον, v. σημεῖον. σημήϊον -ου, τό Ion. voor σημεῖον. σημήϊον, τό, ion. statt σημεῖον, oft bei Her.