σήπη Save LSJ Bailly 2024 Pape σήπ-η, ἡ, = σηπεδών, Aq. Jb. 17.14, 21.26, dub. l. in LXX Si. 19.3. σήπη, ης (ἡ) c. σηπεδών, Aqu. Job 17, 14 ; 21, 6. σήπη, ἡ, = σαπρία, LXX.