σηπιδάριον Save LSJ Bailly 2024 Pape σηπῑδ-άριον, τό, = sq. [σηπίδιον], Philyll. 13. σηπιδάριον, ου (τὸ) [ῑᾰ] c. le suiv. Philyll. (Ath. 86e). σηπιδάριον, τό, = σηπίδιον ; com. bei Ath. III.86e ; Poll. 6.47.