σηματόεις
σηματόεις, full of tombs
σημᾰτ-όεις, εσσα, εν, (σῆμα 3)
- full of tombs, χθών AP 7.628 (Crin.).
σηματόεις, όεσσα, όεν [ᾰ] couvert de tombeaux, Anth. 7, 628.
Étym. σῆμα.
σηματόεις, εσσα, εν, vom Zeichen, bes. vom Grabmal, χθών Crinag. 46 (VII.628).
σηματόεις
σημᾰτόεις, εσσα, εν
σῆμα 4
- full of tombs, Anth.