σηπιάς Save LSJ Bailly 2024 Pape σηπιάς, άδος, ἡ, = foreg. [σηπία], Nic. Al. 472. σηπιάς, άδος (ἡ) [ᾰδ] c. σήπιον, Nic. Al. 472. σηπιάς, άδος, ἡ, = σήπιον, Nic. Al. 472 ; vgl. Schaefer zu Schol. Ap.Rh. I p. 215.