σηποποιός
σηποποιός, όν,
- = σηπτικός, Alex.Aphr. Pr. 1.66.
σηπο·ποιός, ός, όν, qui produit la putréfaction, A. Aphr. Probl. 1, 66.
Étym. σήψ, ποιέω.
σηποποιός, faul machend, wie σηπτικός, Medic.