σηπτήριος Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape σηπτήριος, α, ον, c. le suiv. Hpc. 420, 9. σηπτήριος -α -ον [σήπω] ontsteking bevorderend Hp. σηπτήριος, = σηπτικός, Hippocr.