σηροκτόνος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape σηροκτόνος, ον, Lacon. for θηροκτ-, Ar. Lys. 1262. σηρο·κτόνος, ος, ον, lac. c. θηροκτόνος, Ar. Lys. 1262. σηροκτόνος -ον Lac. voor θηροκτόνος. σηροκτόνος, lakon. für θηροκτόνος, Ar. Lys. 1262.