σιγματοειδής
σιγματοειδής, shape of sigma, a crescent
σιγμᾰτοειδής, ές,
- = σιγμοειδής, Onos. 21.6, Zos. 3.11.3; ἐκκοπή Apollon. Cit. ap. Erot. s.v. ἄμβην (v.l. σιγμο-). Adv. -δῶς Sch. Il. 9.5.
σιγματο·ειδής, ής, ές [ᾰ] c. σιγμοειδής, Onos. 21.
σιγματοειδής, ές, = σιγμοειδής, Sp.