σιδαρίτας
σιδαρίτας, iron clad
σιδαρίτας, v. σιδηρίτης.
σῐδᾱρῑτας
- 1iron clad met. εἰ δʼ ὄλβον ἢ χειρῶν βίαν ἢ σιδαρίταν ἐπαινῆσαι πόλεμον δεδόκηται (Heyne: σιδηρίταν codd., def. Forssman, 155) N. 5.19