σιγητικός Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape σῑγ-ητικός, ή, όν,= σιγηλός, Hp. Decent. 3. σιγητικός, ή, όν [σῑ] taciturne, Hpc. 22, 48. Étym. σιγάω. σιγητικός -ή -όν [σιγάω] zwijgend. σιγητικός, [σῑ], = σιγηλός, Hippocr.