Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σιγγρίασις
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σιβυλλιακός
Σιβυλλιάω
σιβυλλιάω
σιβυλλίζω
Σιβυλλιστής
σιβυλλιστής
σιβύνη
σιβύνης
σιβύνιον
σίβυνον
σίβυνος
Σιβύρτας
Σιβύρτιος
σῖγα
σίγα
σιγᾷ
σιγά
σιγάζω
σιγαλέος
σιγαλόεις
σιγαλός
σιγαλόω
σιγάλωμα
σιγᾶς
σιγάς
σιγάω
Σίγγα
Σιγγαῖος
σιγγλάριος
Σίγγος
σιγγρίασις
Σιγειεύς
σιγεῖν
Σίγειον
Σίγεον
σιγέρπης
σιγή
σιγηλός
σιγημονᾷς
σιγῆν
σιγηρός
σιγητέον
σιγητέος
σιγητής
σιγητικός
Σιγιάς
σιγιλλάρια
σίγιον
σίγιστρον
σιγιστροπύλη
σίγκηρες
σίγλα
σίγλαι
Σιγλιουρία
σίγλος
σιγλοφόρος
σίγμα
σῖγμα
σιγματίζω
σιγματισμός
σιγματοειδής
…
σιγγρίασις
Save
LSJ
σιγγρίᾱσις, εως, ἡ,
=
ἄφθα
(A), in horses,
Hippiatr.
97 (
v.l.
σιγρίασις
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}