σιδηρόπους
σιδηρόπους, iron-footed
σῐδηρό-πους, ουν, gen. ποδος,
- iron-footed, ἵπποι Nonn. D. 29.212.
σιδηρό·πους, gén. -ποδος (ὁ, ἡ) [ῐ] aux pieds de fer, Nonn. D. 29, 206.
Étym. σ. πούς.
σιδηρόπους, οδος, eisenfüßig, ἵπποι, Nonn. 29.212.