σιδηροπώλης
σιδηροπώλης, ironmonger
σῐδηρο-πώλης, ου, ὁ,
- ironmonger, Critias (?) [Fr. 70] ap. Poll. 7.196, IG 2(2).1673.16.
σιδηροπώλης, ὁ, Eisenhändler (?).